Σαν σήμερα το 1978 στο Κωσταλέξι, κοντά στη Λαμία, μετά από καταγγελία εισβάλλει η αστυνομία σε ένα υπόγειο και βρίσκει μια γυναίκα αποστεωμένη, γυμνή, πάνω σε χώμα με τις ακαθαρσίες της, φυλακισμένη από τους ίδιους τους γονείς της επί 29 χρόνια γιατί κάποτε αγάπησε τον δάσκαλο του διπλανού χωριού τον οποίο δεν ενέκριναν οι γονείς της.
Ανάλογες ιστορίες βρίθει η ανθρωπότητα. Στη σειρά διηγημάτων μου "Γυναίκα σημαίνει πόνος", εκδόσεις Ελκυστής, εμπνεόμενη από μια άλλη πραγματική ιστορία στην μακρινή Κίνα έγραψα για μια άλλη εγκλωβισμένη γυναίκα. Τίτλος του διηγήματος "Ένας άλλος καθρέφτης". Γιατί "άλλος"; Γιατί είναι το τελευταίο διήγημα της συλλογής, η οποία ξεκινάει με έναν καθρέφτη που καλεί τη γυναίκα να αγαπήσει το σώμα της. Μόνο που ο άλλος αυτός καθρέφτης, ο τελευταίος των διηγημάτων, αντανακλά μια πραγματικότητα που προοιωνίζει ότι η ανθρωπότητα δεν πάει μπροστά, μα μόνο κύκλους κάνει...
Ένας άλλος καθρέφτης
Τη βούτηξε από την κοτσίδα με το ένα χέρι και από το αριστερό μπράτσο με το άλλο, την έστριψε απότομα και την έσπρωξε μέσα στο ανοικτό βαν. Με βία έσυρε την πόρτα και την ασφάλισε. Μόλις την είχε αγοράσει για πέντε χιλιάδες γιουάν. Μπήκε στη θέση του οδηγού και γκάζωσε.
Τώρα βρισκόταν ριγμένη σε ένα ημιυπόγειο με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα και τον λαιμό πιασμένο με μία αλυσίδα από έναν στύλο. Απέναντί της βρισκόταν ένας καθρέφτης. Το λιγοστό φως που έμπαινε από τον φεγγίτη της επέτρεπε να δει τον εαυτό της. Ποιον εαυτό της; Δεν υπήρχε εαυτός. Δεν υπήρχε γυναίκα. Δεν υπήρχε τίποτα. Ένα αντικείμενο ήταν που την περιφέρανε από επαρχία σε επαρχία.
Για άλλη μια φορά είχε πέσει θύμα αγοραπωλησίας. Η πρώτη φορά ήταν πριν από πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Από τον πατέρα της. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εκεί που είχε καταλήξει τώρα. Από τον πατέρα της που τη μισούσε γιατί δεν ήταν αγόρι. Από τον πατέρα της που δεν είχε δικαίωμα να κάνει δεύτερο παιδί, σύμφωνα με τους νόμους αυτής της αχανούς χώρας. Μόνο που στη δική της περίπτωση δεν είχαν καταφέρει να την εξαφανίσουν για να ξαναδοκιμάσουν την τύχη τους. Είχαν χωράφια, ήθελαν ανδρικά χέρια. Αλλά είχαν και μια τιμή. Η τιμή της οικογένειας απαιτούσε το παιδί να είναι παιδί. Όχι κορίτσι. Χίλιες φορές καλύτερα να την είχαν ξεπαστρέψει.
Ένα πράγμα δεν υπολόγιζαν στην καταραμένη κοινωνία τους. Ότι οι άνδρες είχαν ανάγκη από γυναίκες για να τους γεννήσουν αγόρια. Κι έτσι οι γυναίκες έγιναν ακριβά αγαθά. Πέντε χιλιάδες γιουάν ήταν το εισόδημα ενός χρόνου. Επικερδή αγαθά γι’ αυτούς που τις πουλούσαν. Μόνο που οι ίδιες έπρεπε να αποσβέσουν το κόστος. Δηλαδή να γεννήσουν αγόρια.
Τα πρώτα χρόνια είχε αναπτύξει τεχνικές να μην σκέπτεται, να μην αγανακτεί, να αφήνει όλα να συμβαίνουν σαν να είναι φυσιολογικά. Ήταν η άμυνά της. Ή ήταν η αφέλειά της αφού δεν είχε γνωρίσει κάτι διαφορετικό; Άλλωστε, όσα συμβαίναν ήταν φυσιολογικά για την κοινωνία της κι ας συμβαίναν κρυφά. Κρυφά, μα απ’ όλους γνωστά.
Την πρώτη φορά γέννησε κορίτσι. Δεν απόσβησε το κόστος. Το μωρό το έπνιξαν κρυφά στη διπλανή λίμνη. Έχασε την επενδυτική της αξία. Την παράτησαν σε ένα χωράφι, μέσα στα αίματα, με τον ομφάλιο λώρο να κρέμεται. Ήταν η πρώτη της γέννα. Ήταν τρομοκρατημένη. Και ήταν σχεδόν παιδί.
Μα μια γυναίκα ήταν μια γυναίκα. Έξυπνος ήταν εκείνος που τη βούτηξε τζάμπα. Και η δική του κίνηση απέδωσε. Γέννησε αγόρι. Και τη μοσχοπούλησε στον επόμενο. Και πήρε το δρόμο της… Οκτώ παιδιά είχε γεννήσει μέχρι στιγμής. Κι άλλο ένα κορίτσι.
***
Η πόρτα άνοιξε. Τον είδε να μπαίνει μέσα στο μισοσκόταδο του υπογείου. Την τάιζε καλά κάθε μέρα μέχρι να της περάσει η έμμηνος ρύση. Γονάτισε δίπλα της και της έλυσε τα χέρια. Ξεσκέπασε ένα πιάτο με καυτερό ρύζι με πάπια. Το έκανε σβώλους με τις χούφτες της και το έφαγε. Σκουπίστηκε με την ανάστροφη του χεριού. Έπρεπε να παραμείνει μια επενδυτική αξία. Πέντε χιλιάδες γιουάν ήταν αυτά. Να γκαστρωθεί. Να γεννήσει.
Και μετά να πουληθεί στον επόμενο.
***
Δυο μέρες βρισκόταν ξαπλωμένη μέσα στα αίματα με το μωρό νεκρό δίπλα της. Κορίτσι. Δεν πεινούσε. Δεν πονούσε. Δεν ένιωθε τίποτα. Δεν περίμενε τίποτα. Τα χέρια της ήταν ελεύθερα. Η αλυσίδα λυμένη κρεμόταν από τον στύλο. Μα η πόρτα του ημιυπόγειου κλειδωμένη. Ωστόσο, μια ακτίνα φωτός της χαραυγής διαπερνούσε τον απομονωμένο χώρο και έπεφτε πάνω στον καθρέφτη πολλαπλασιάζοντας την ανταύγειά της.
Ανασήκωσε το μωρό μπροστά στον καθρέφτη.
«Είσαι κορίτσι και είσαι ελεύθερη».
Επιτέλους, και η ίδια ήταν για πρώτη φορά ελεύθερη.
Ελεύθερη να πεθάνει.
Μπροστά στον καθρέφτη.
Μέσα στην αντανάκλαση του φωτός της χαραυγής.
Το βιβλίο της Νέλλης Σπαθάρη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελκυστής.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Άφησε το σχόλιό σου